Lexique de base des termes juriques grecs
Français/ Anglais / Grec
 


         
4 index/dico juridique

 

Il s'agit d'un lexique de base sur les termes juridiques les plus usités.   

 

A

Abrogation / abrogation / Κατάργηση νόμου ή κανονιστική πράξη
Abus d’autorité /
abuse of authority / κατάχρηση εξουσίας
Abus de droit /
abuse of right / κατάχρηση δικαιώματος
Acceptation /
acceptation / αποδοχή
Αccès aux documents administratifs (droit d’) / acces to documents of the administration / (δικαίωμα) πρόσβασης στα διοικητικά στοιχεία
Αccident de travail /
working accident / εργατικό ατύχημα
Αccord / agreement / συμφωνία, σύμπτωση βουλήσεως
Αccord collectif /
collective work contract / συλλογική σύμβαση εργασίας
Αccord en forme simplifié / διεθνής σύμβαση για την ισχύ της οποίας δεν απαιτείται κύρωση
Αccéditer /
accredit / παρέχω διαπιστευτήρια σε διπλωματικό αντιπρόσωπο
Αccréditif /
letter of guarantee / εγγυητική επιστολή
Αccusé /
accused, defendant / ο κατηγορούμενος
Acquittement /
discharge acquittance / αθώωση
Αcte (juridique) /
act /πράξη (νομική)
Acte administratif /
administrative acts / διοικητική πράξη
Acte d’administration /
act of management / πράξη διαχείρισης
Acte bilatéral / bilateral act / διμερής πράξη
Acte pour cause de décès / πράξη αιτία θανάτου
Acte – condition / πράξη – όρος ( η οποία υπάγει ένα πρόσωπο σε προυφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς
Acte déguisé /
ficticius act / εικονική πράξη
Acte détachable / αποσπαστή (διοικητική) πράξη
Acte de gouvernement /
act of government / κυβερνητική πράξη
Acte individuel /
individual act / ατομική πράξη
Acte – mixte / μικτή πράξη (εν μέρει αστική και εν μέρει εμπορική)

Acte unilatéral / unilateral act / μονομερής πράξη
Acte unique européen /
European unique act / ενιαία ευρωπαϊκοί πράξη
Action / action, claim / αγωγή (πολ. Δικ.)
Action (s) /
share / (εμπ. δικ.) μετοχή
Action déclaratoire / αναγνωριστική αγωγή
Action paulienne / παυλιανή αγωγή
Action posséssoire /
real action / διεκδικητική αγωγή
Action récursoire / πλαγαστική αγωγή
Actionnaire /
share holder, stock holder
/ ο μέτοχος
Ad hoc / εν τοις πράγμασι, ειδικά προς τούτο

Adhésion / accession, joining adherence / προσχώρηση (κράτους σε διεθνή οργανισμό)
Adjudication /
adjudication / καταχώριση (διοικητικές συμβάσεις)
Administration /
administration / η Διοίκηση
Adminssibilité /
admissibility / το παραδεκτό (ενδ. βοηθημάτων, ενδίκων μέσων και ισχυρισμών των διαδίκων)
Affectation ((dans le sens) classement) / χαρακτηρισμούς πράγματος με το οποίο αναγνωρίζεται ότι ανήκει στο δημόσιο τομέα
Affermage / τρόπος εκμίσθωσης δημόσιας υπηρεσίας
Agence internationale de l’énergie atomique / International Agency of Atomic Energy / Διεθνές Γραφείο Ατομικής Ενεργείας
Agent public / εργαζόμενος σε δημόσια υπηρεσία
Alibi / alibi /άλλοθι
Allocation /
allowance, benefit / επίδομα
Alternance /
alternation / εναλλαγή (κυβερνήσεων



4 index   4Site   4contact